Μέχρι νεωτέρας

06/07/2008

Η συλλογικότητα ως φορέας καταπίεσης του ατόμου ή αλλιώς μια αριστοκρατική εκδοχή της πολιτικής

Filed under: Uncategorized — mehrineoteras @ 14:50
Tags:

Κατά γενική ομολογία η αποχή των τεσσάρων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ από την ψηφοφορία για την ευρωσυνθήκη έπληξε την αξιοπιστία του. Νομίζω όμως ότι το πιο σημαντικό θέμα που τέθηκε από την κίνηση αυτή δεν ήταν η άποψή τους για την ευρωσυνθήκη, ούτε η καταφανώς απλουστευτική αντίληψη ότι το «όχι» συνεπάγεται ταύτιση με «αντιευρωπαϊκές» δυνάμεις. Το μεγάλο ζήτημα που τέθηκε είναι ότι επιτρέπεται οι συλλογικές αποφάσεις να ανατρέπονται στην πράξη, αν κάποιος νομίζει ότι έτσι πρέπει να γίνει.

Μπορούν όμως όλοι να ανατρέψουν στην πράξη μια συλλογική απόφαση; Προφανώς όχι. Υπάρχουν άνθρωποι που για χίλιους δυο λόγους έχουν την εξουσία να παρεμβαίνουν προνομιακά στην κεντρική πολιτική σκηνή και άλλοι που όσο και να φωνάξουν δεν θα τους ακούσει κανένας. Η επιλογή μας να ενταχθούμε στην αριστερά σημαίνει και επιλογή να λειτουργήσουμε με τρόπο που θα αίρει αυτές τις ανισότητες και θα περιορίζει την εξουσία των προβεβλημένων προσώπων. Είναι μια επιλογή που δεν προκύπτει ως τιμωρία προς αυτά τα προβεβλημένα πρόσωπα, αλλά και ως δική τους, ατομική επιλογή να λειτουργήσουν σε διαφορετικό αξιακό πλαίσιο από αυτό της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Με τη στάση τους οι τέσσερις βουλευτές ξαναθέτουν στο τραπέζι το ερώτημα κατά πόσο οι βουλευτές, οι κομματικές ηγεσίες, τα προβεβλημένα στελέχη αποτελούν μια ιδιότυπη ελίτ που «ξέρει καλύτερα» και άρα πρέπει να έχουν περισσότερες δυνατότητες (με άλλα λόγια μεγαλύτερο δικαίωμα από τους άλλους) να διατυπώνουν την προσωπική τους άποψη σε βάρος της άποψης όλων των υπολοίπων μελών του κόμματος. Και φυσικά υιοθετούν για λογαριασμό τους (και για όσους ακόμη, ανεξαρτήτως ιδεολογικοπολιτικής τοποθέτησης, μπορούν να ενταχθούν στις κομματικές ελίτ) μια αριστοκρατική αντίληψη της πολιτικής.

Όμως αν αρχίσουμε όλοι να λειτουργούμε με αυτό τον τρόπο, η κατάσταση αποκτά διαλυτικά χαρακτηριστικά, ενώ βέβαια η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται με τους όρους που θέτει η κυρίαρχη ιδεολογία και τα ΜΜΕ. Αν αποδεχτούμε ότι για να διασφαλίσει κανείς την ύπαρξη της άποψής του πρέπει να αποκτήσει θέση εξουσίας (και όχι να πείσει τους συντρόφους του ότι έχει δίκιο) τότε θα αρχίσουμε όλοι να δίνουμε μάχη μέχρις εσχάτων για να αποκτηθεί αυτή η θέση εξουσίας. Υιοθετώντας αυτή ακριβώς τη λογική, στελέχη του κόμματος επιλέγουν να προβάλουν προνομιακά τις προσωπικές τους απόψεις αλλά και τους εαυτούς τους στα ΜΜΕ, σε βάρος των συλλογικών αποφάσεων. «Μα αφού έτσι παίζεται το παιχνίδι», λένε.

Φυσικά σ’ αυτό το παιχνίδι ούτε μπορούμε, ούτε θέλουμε να παίξουμε όλοι, μόνο που κάτι τέτοιο δεν γίνεται σεβαστό από τους θιασώτες του. Γι’ αυτό και έκανε τραγικό λάθος η ΚΟΕ με το «εσωτερικού χαρακτήρα» κείμενο που διένειμε. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι στην εποχή των ΜΜΕ δεν υπάρχουν «εσωτερικά» κείμενα, απαντά καταφατικά στην πρό(σ)κληση των υποστηρικτών της μιντιακής πολιτικής. Αφού κάνετε εσείς διαρροές, θα κάνω κι εγώ. Κι ας περιορίζει αυτό κι άλλο την ελευθερία των πολλών.

Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε μια δύσκολη κατάσταση. Κάποιοι, ανάμεσά τους και οι τέσσερις βουλευτές, υπερασπίζονται μια αριστοκρατική αντίληψη της πολιτικής, που θέτει σε δεύτερη μοίρα τη συλλογικότητα και αναπαράγει εξουσιαστικά πρότυπα στο εσωτερικό της αριστεράς. Η επιλογή να παίξουμε στο ίδιο γήπεδο με αυτή την άποψη, να τη νικήσουμε με τα ίδια της τα όπλα δεν υπάρχει (το έδειξε άλλωστε η κίνηση της ΚΟΕ). Η λύση είναι ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση. Να δηλώσουμε τη στήριξή μας στις συλλογικές διαδικασίες, να λειτουργούμε στην πράξη υπέρ τους και να αρνηθούμε να ενσωματωθούμε στην πολιτική κουλτούρα του ατομισμού.

Θα με ενδιέφερε να μάθω τις απόψεις όλων για αυτό το θέμα, θα έλεγα ψέματα όμως αν δεν παραδεχόμουν ότι με απασχολεί ιδιαίτερα η άποψη των συντρόφων/ισσών που συμμετέχουν στην ανανεωτική πτέρυγα. Όχι γιατί πρέπει να αποδείξουν κάτι παραπάνω από τους υπόλοιπους, αλλά γιατί η προσπάθεια «δικαιολόγησης» αγαπημένων και ιδεολογικά συγγενών συντρόφων που φαίνεται να ακολουθούν μέχρι στιγμής οι εκπρόσωποί τους στην ΠΓ, μπορεί να οδηγήσει δια της διολισθήσεως στην υιοθέτηση των απόψεων περί πολιτικής που προβάλλουν αυτοί οι σύντροφοι. Κι αν είναι να οδηγηθούμε εκεί, τουλάχιστον να μην οδηγηθούμε δια της διολισθήσεως.

Όπως και να έχει, θεωρώ, ότι οι εκπρόσωποι του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ στη βουλή είναι υποχρεωμένοι να τηρούν ενιαία στάση σε κεντρικά ζητήματα, στη βάση των συνεδριακών αποφάσεων και του προεκλογικού προγράμματος, για τον απλούστατο λόγο ότι εκεί αποτελούν τη φωνή όλων μας και όχι μόνο του εαυτού τους.

Το φορτίο ίσως είναι βαρύ, παρόλο που έρχεται μαζί με αρκετά προνόμια. Υπάρχει όμως πάντα και η οδός της παραίτησης για όποιον κάποια στιγμή αποφασίσει ότι  δεν επιθυμεί να το σηκώσει. Μόνο που συνήθως αυτή η προοπτική όχι μόνο δεν αντιμετωπίζεται ως θεμιτή, αλλά αντίθετα επιχειρείται να ποινικοποιηθεί: όποιος τη θέτει στο τραπέζι θεωρείται πως επιδιώκει να εξαφανίσει πολιτικά τον «αντίπαλό» του και όχι να ανιχνεύσει με συντροφικό τρόπο έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισης (και άρα και νοηματοδότησης) των θέσεων εξουσίας.

Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει επειδή κάποιοι πιστεύουν ότι η πολιτική δραστηριοποίηση εκτός βουλής είναι δευτερεύουσας σημασίας και δεν αξίζει τον κόπο, σίγουρα όμως εγγράφεται στο αξιακό πλαίσιο της αριστοκρατικής εκδοχής της πολιτικής και μάλιστα χωρίς να το λέει ρητά. Κι αυτό είναι το χειρότερο.

Advertisements

02/07/2008

Ιδού η Ρόδος

Filed under: Uncategorized — mehrineoteras @ 14:52
Tags: ,

Την προηγούμενη εβδομάδα ο εισαγγελέας Ρόδου άσκησε δίωξη εναντίον του δημάρχου Τήλου. Έτσι, έγινε πλέον σαφές ότι το κράτος δεν επιδιώκει μόνο να μην αναγνωριστούν από άλλες διοικητικές αρχές (π.χ. ασφαλιστικά ταμεία) οι συνέπειες των γάμων που τελέστηκαν στις αρχές Ιουνίου στο ακριτικό νησί, αλλά διεκδικεί δικαστικά να τους κηρύξει άκυρους.

Τελώντας τους γάμους, ο δήμαρχος Τήλου κ. Αλιφέρης δήλωσε έμπρακτα ότι ως δημοτικός άρχοντας δεν μπορεί να συνεχίσει να ανέχεται το καθεστώς παρανομίας που επιβάλλει το ελληνικό κράτος στα ομόφυλα ζευγάρια: Δεν αναγνωρίζεται και δεν προστατεύεται η σχέση τους, δεν έχουν κοινά ασφαλιστικά δικαιώματα, δεν μπορούν καν να καταθέσουν κοινή φορολογική δήλωση. Και όταν φτάσει η ώρα που ο ένας ή η μία από τους δύο πεθάνει, ο άλλος/άλλη δεν μπορεί καν να υπογράψει για την ταφή του (πόσο μάλλον να συνεχίσει να μένει στο κοινό τους σπίτι).

Φυσικά, για το θέμα δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη. Αφήνοντας στην πάντα τους συντηρητικούς, που θεωρούν τους ομοφυλόφιλους «έκφυλους» ή «ασθενείς» (απόψεις που, επιστημονικά τουλάχιστον, έχουν απορριφθεί εδώ και δεκαετίες) εντοπίζουμε δύο διακριτά ρεύματα που ανήκουν στη φιλελεύθερη παράδοση.

Από τη μια οι μετριοπαθείς, που αναγνωρίζουν ότι πρέπει να κατοχυρωθούν νομικά τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών, όχι όμως μέσω του πολιτικού γάμου, καθώς ο θεσμός ιστορικά έχει ετερόφυλο χαρακτήρα.

Δεν θα σταθώ στα επιστημολογικά προβλήματα αυτής της οπτικής, που θεωρεί ότι τα χαρακτηριστικά των θεσμών παραμένουν αμετάβλητα στο χρόνο. Επισημαίνω μόνο ότι για να είναι συνεπής με τις φιλελεύθερες αφετηρίες της θα πρέπει ο νέος θεσμός που ευαγγελίζεται να παρέχει ίσα δικαιώματα με των ετερόφυλων ζευγαριών. Μ’ αυτή την έννοια το σύμφωνο συμβίωσης που προτείνει η κυβέρνηση (ακόμη και αν αφορούσε ομόφυλα ζευγάρια) είναι απορριπτέο, αφού δεν παρέχει πλήρη δικαιώματα. Είναι σαν να έλεγε κανείς όταν πρωτοβγήκαν οι γυναίκες στην αγορά εργασίας, ότι επειδή ο θεσμός της εργασίας ιστορικά αφορούσε τους άντρες, θα πρέπει οι εργασιακές σχέσεις των γυναικών να ρυθμίζονται από διαφορετικό εργατικό δίκαιο και να έχουν λιγότερα εργασιακά δικαιώματα!

Οι ριζοσπαστικοί, από την άλλη πλευρά, θεωρούν ότι οι κοινωνίες πρέπει να ξεφύγουν από την παραδοσιακή νοηματοδότηση του γάμου και να αναγνωρίσουν ότι ιστορικά ο θεσμός του γάμου εξελισσόταν πάντα ώστε να αποτελεί τη διαδικασία με την οποία αναγνωρίζονταν τα «θεμιτά» σε κάθε εποχή ζευγάρια. Ως εκ τούτου, το ίδιο πρέπει να συμβεί και με τα σημερινά «θεμιτά» ζευγάρια, μεταξύ των οποίων είναι και τα ομόφυλα. Σ’ αυτή τη λογική κινείται και ο ΣΥΝ, που στο τελευταίο του συνέδριο τάχθηκε με σαφήνεια υπέρ του πολιτικού γάμου ομοφύλων.

Είναι προφανές ότι παρόλο που κάποιος αριστερός/ή θα μπορούσε να στριμωχτεί στο πρώτο ρεύμα που αναφέραμε, ο φυσικός χώρος της αριστεράς είναι το δεύτερο, που διακηρύσσει στην πράξη ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα, ανεξαρτήτως (φύλου, φυλής, θρησκείας ή) σεξουαλικού προσανατολισμού.

Το ζήτημα είναι ότι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα η νίκη αυτής της αντίληψης πρέπει να έρθει και στο δικαστικό πεδίο. Και εκεί, στην πραγματικότητα, δεν θα κριθεί αν ο δήμαρχος Τήλου κινήθηκε νόμιμα ή όχι, αλλά αν η πολιτεία θα ερμηνεύει από εδώ και μπρος το νόμο περί πολιτικού γάμου με τρόπο που να χωρά τα ομόφυλα ζευγάρια.

Ατυχώς, αντίπαλοι σ’ αυτή τη μάχη δεν θα είναι όσοι υποστηρίζουν το μετριοπαθές ρεύμα, αλλά όσοι επιμένουν ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν πρέπει να έχουν κανένα δικαίωμα. Έτσι, όσοι αριστεροί και προοδευτικοί συμμερίζονται την μετριοπαθή άποψη, είναι σήμερα αναγκασμένοι να στηρίξουν τον αγώνα για αναγνώριση του δικαιώματος στον πολιτικό γάμο. Γιατί μόνο μια τέτοια κίνηση είναι συνεπής με τις αρχές τους και αποδυναμώνει τη συντηρητική αντίληψη της άλλη πλευράς.

Και αυτό αφορά τους πάντες. Από τους μεμονωμένους πολίτες, που θα πρέπει να κινητοποιηθούν για να δηλώσουν τη στήριξή τους στον αγώνα της ομοφυλοφιλικής κοινότητας, μέχρι τα αυτοδιοικητικά στελέχη που οφείλουν να ρίξουν με διάφορους τρόπους το βάρος τους, ακόμη και τελώντας νέους γάμους ομοφύλων, υπέρ ενός θεσμικού πλαισίου που δεν θα θωρακίζει νομικά την ανισότητα, αλλά θα αναγνωρίζει το δικαίωμα όλων στην οικογενειακή ζωή.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: