Μέχρι νεωτέρας

24/03/2010

Ψάξε, ψάξε, δεν θα το βρεις…

Τις τελευταίες εβδομάδες, το Δημόσιο έχει μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο τράγο για όλα τα οικονομικά και πολιτικά δεινά της χώρας. Παράλληλα, έχει αναζωπυρωθεί η ιδεολογική επίθεση που δέχεται η ίδια η έννοια του δημόσιου τομέα, ως χρήσιμου στοιχείου σε μια κοινωνία. Σύμφωνα με την αντίληψη που κυκλοφορεί, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι το Δημόσιο είναι σπάταλο, αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο, αλλά κυρίως ότι είναι εγγενώς παρασιτικό, ότι εκ της φύσεώς του αποτελεί έναν κηφήνα που απομυζεί τον πλούτο που παράγουν οι ιδιώτες και ότι επιπλέον καλλιεργεί στην κοινωνία μια νοοτροπία ήσσονος προσπάθειας που συμπυκνώνεται στη φράση «να βολευτώ σε μια θεσούλα και είμαι ικανοποιημένος». Κάπως έτσι βομβαρδιζόμαστε με όλο και περισσότερες αναλύσεις (από σωματεία επιχειρηματιών, δημοσιογράφους, αλλά και διανοούμενους του συστήματος) που ζητάνε να κοπούν τα «προνόμια» του Δημοσίου (επειδή αποτρέπουν τους νέους από το να αναζητήσουν εργασία στον παραγωγικό ιδιωτικό τομέα), να ενταχθούν μαθήματα επιχειρηματικότητας στα σχολεία κ.λπ.

Η πραγματικότητα όμως είναι μάλλον ανάποδη. Στο πλαίσιο του σημερινού κοινωνικοοικονομικού συστήματος οι κανόνες είναι πολύ σαφείς. Όποιος αποφασίζει να εργαστεί στον δημόσιο τομέα αποδέχεται ότι αποχωρεί από εκείνο το πεδίο της οικονομίας όπου παράγεται κέρδος (το οποίο είναι η κινητήρια δύναμη αλλά και θεμελιώδης αξία του καπιταλισμού), αποδέχεται δηλαδή ότι από τη δουλειά του «δεν θα βγάλει λεφτά». Ως αντάλλαγμα για αυτή του τη στάση (που εκτός των άλλων αφήνει ελεύθερο το πεδίο σε όσους επιθυμούν να κυνηγήσουν την καριέρα και τα χρήματα) απολαμβάνει εργασιακή ασφάλεια, «ικανοποιητικούς» μισθούς κ.λπ. Όποιος, πάλι, προσανατολίζεται στον ιδιωτικό τομέα, επιζητά να σταδιοδρομήσει και να ανελιχθεί με εφόδιο τις γνώσεις και τις ικανότητές του. Το αντάλλαγμα γι’ αυτή τη δυνατότητα που του δίνει το σύστημα είναι η εργασιακή ευελιξία, ο ανταγωνισμός, το ρίσκο. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι ποιος από τους δύο τομείς της οικονομίας βρίσκεται σήμερα πιο μακριά από αυτό το «ιδανικό» μοντέλο.

Ο δημόσιος τομέας, με όλα τα προβλήματα και τις ανεπάρκειές του (που όντως τον υπονομεύουν), κινείται σε γενικές γραμμές στο παραπάνω πλαίσιο. Το μισθολογικό επίπεδο των περισσότερων δημοσίων υπαλλήλων δεν θα μπορούσε με όρους αγοραστικής δύναμης να χαρακτηριστεί πηγή πλουτισμού. Αντίθετα, ο ιδιωτικός τομέας είναι πολύ πίσω από τις επαγγελίες του.

Ενώ οι εργαζόμενοι πληρώνουν κανονικά το τίμημα (απολύσεις, κινητικότητα, εντατικοποίηση), όταν έρχεται η ώρα να κάνουν ταμείο ανακαλύπτουν ότι ο χρόνος, ο κόπος και οι γνώσεις που επένδυσαν στη δουλειά τους οδηγούν σε αποδοχές που συχνά δεν επιτρέπουν καν την αξιοπρεπή διαβίωση, πόσο μάλλον την ευκατάστατη. Νέοι επιστήμονες με γνώσεις και δεξιότητες, αλλά και ειδικευμένοι τεχνικοί, καταλήγουν με την αμοιβή τους να μην έχουν σπίτι να μείνουν, αυτοκίνητο να οδηγήσουν, λεφτά για να πληρώσουν την ασφάλειά τους. Και όσο το παραμύθι του ιδιωτικού τομέα ξεφτίζει τόσο μετατρέπεται σε μοναδική λύση για μια αξιοπρεπή ζωή αυτή η απαξιωτική «θεσούλα» στο Δημόσιο. Πρόκειται άλλωστε για μια συνετή κίνηση από κάποιον που επιδιώκει το μέγιστο δυνατό κέρδος από την εκάστοτε συγκυρία (οπότε μάλλον τα μαθήματα επιχειρηματικότητας είναι περιττά).

Είναι λοιπόν βέβαιο ότι οι φιλελεύθεροι αναλυτές θα ήταν πολύ πιο συνεπείς απέναντι στην ιδεολογία τους, αν εστίαζαν την προσοχή τους στις ανεπάρκειες και τις στρεβλώσεις του ιδιωτικού τομέα, που ευθύνονται για την έλλειψη δυναμισμού που διακρίνει την ελληνική οικονομία, και αν πρότειναν τρόπους για την ουσιαστική αναβάθμισή της εργασίας σε αυτόν (που αναπόφευκτα έχει το κόστος της), αντί να κάνουν τα στραβά μάτια για τη συνεχιζόμενη απαξίωσή της από την ίδια την επιχειρηματική κοινότητα.

Advertisements
TrackBack URI

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: