Μέχρι νεωτέρας

14/05/2010

Καταναλώνω, άρα υπάρχω;

Η ύφεση στην οποία βυθίζουν την ελληνική κοινωνία τα μέτρα του ΔΝΤ και της ΕΕ δημιουργούν αναπόφευκτα ένα καινούριο τοπίο όσον αφορά τις καταναλωτικές προτεραιότητες των πολιτών. Πέρα από τη γενική καθίζηση της αγοράς, ορισμένοι κλάδοι θα δεχτούν συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη πίεση, την οποία θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν σε απολύσεις και περιορισμό εργασιακών δικαιωμάτων (ωράρια, υπερωρίες κ.λπ.). Ανεξάρτητα όμως από τον αγώνα που πρέπει να δοθεί ώστε αυτό το κόστος να μη μετακυληθεί στις πλάτες των εργαζομένων, η πίεση στην κατανάλωση έχει ενδιαφέρουσες παράπλευρες συνέπειες που δεν θα πρέπει να αγνοηθούν.

Έτσι, για πρώτη ίσως φορά μεταπολιτευτικά, δημιουργούνται όροι αποδυνάμωσης του κυρίαρχου δόγματος «καταναλώνω, άρα υπάρχω». Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο η ελληνική κοινωνία (ακόμη και τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα, αναλογικά) αναζητά την αυτοεπιβεβαίωση όχι τόσο μέσα από την κατανάλωση ποσοτήτων («να είναι γεμάτο το ψυγείο μου»), αλλά μέσα από την αγορά αντικειμένων ή υπηρεσιών που έχει συνδέσει με την έννοια μιας σύγχρονης, πιο εκλεπτυσμένης, ευμάρειας. Προϊόντα τεχνολογίας (κινητά τηλέφωνα, τηλεοράσεις, υπολογιστές), αυτοκίνητα (κυρίως με την έννοια της συχνότερης αντικατάστασης απ’ ό,τι στο παρελθόν), τηλεπικοινωνιακές συνδρομές, εξωφρενικά ακριβές συναυλίες, συνθέτουν το τοπίο των σύγχρονων  καταναλωτικών φετίχ. Την ίδια ώρα η ανθρώπινη εργασία, αλλά και η προσφορά κοινωνικής υπηρεσίας, υποβαθμίζονται (από τον πωλητή του νέου μας λάπτοπ, που αμείβεται με ψίχουλα, μέχρι τη νηπιαγωγό στον παιδικό σταθμό, που την απολύουν και την ξαναπροσλαμβάνουν κάθε χρόνο) χωρίς κανείς να χάνει τον ύπνο του.

Ο διαφαινόμενος εξ ανάγκης περιορισμός αυτού του τύπου κατανάλωσης, όμως, δεν σημαίνει από μόνος του πολλά πράγματα, αν δεν συνοδευτεί από μια αλλαγή προτεραιοτήτων, η οποία μάλιστα θα πρέπει να κερδίζει έδαφος από τώρα και όχι να έρθει σαν ηθικοπλαστικό μάθημα «μετά» την κρίση (γιατί απλώς δεν θα έρθει). Είναι αναγκαία δηλαδή όχι μόνο η αμφισβήτηση της αντίληψης ότι καλύτερα να έχω το καινούργιο κινητό των 400 ευρώ παρά να πληρώνω την ασφάλιση της γυναίκας που καθαρίζει το σπίτι μου, αλλά κυρίως η εγκαθίδρυση μιας νέας νοοτροπίας, κατά την οποία (ακόμη και εν μέσω κρίσης) θα προτιμώ να διαθέσω τα λιγοστά μου χρήματα για τη στήριξη των ανθρώπων που προσφέρουν κοινωνικές υπηρεσίες και για την ανάπτυξη δομών συλλογικής κατανάλωσης.

Η προώθηση μια τέτοιας στάσης, βέβαια, έρχεται αναπόφευκτα σε μερική αντιπαράθεση τόσο με τη λογική που ζητάει κρατική στήριξη των προαναφερθέντων κλάδων προκειμένου να περιοριστούν οι απολύσεις (π.χ. ενίσχυση της αγοράς αυτοκινήτου) όσο και με τον αγώνα του συνδικαλιστικού κινήματος να επωμιστούν οι επιχειρήσεις το κόστος της κρίσης (ο οποίος δυσκολεύει όσο η κατανάλωση μειώνεται). Η μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη δεν μπορεί (και δεν πρόκειται) να γίνει ούτε αυτόματα ούτε στιγμιαία. Χρειάζεται βούληση, σχέδιο και συντονισμό για να πετύχει, στοιχεία που είναι εμφανές ότι δεν διαθέτει η κυβέρνηση. Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα (ή εναλλακτικά) ισχυρή κοινωνική πίεση (και έλεγχο), που επίσης σήμερα δεν υφίστανται.

Το ερώτημα είναι αν τελικά η ανάδειξη μιας τέτοιας προβληματικής, στις σημερινές δύσκολες συνθήκες, αποτελεί πολυτέλεια ή αν είναι απαραίτητη όχι μόνο για την αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και ως εργαλείο για την προσέγγιση εκ μέρους του συνδικαλιστικού κινήματος ανθρώπων, ιδίως νέων, που σήμερα απορρίπτουν την ίδια την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης.

Advertisements
TrackBack URI

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: