Μέχρι νεωτέρας

18/10/2010

Μπορεί η αλληλέγγυα οικονομία να δώσει αριστερή διέξοδο στην κρίση;

Δήμοι και κοινωνική πολιτική

Η τελευταία 15ετία σημαδεύτηκε από την προσπάθεια του κράτους να μειώσει τις κοινωνικές παροχές προς τους πολίτες. Στο πλαίσιο αυτό μια σειρά από αρμοδιότητες (π.χ. σχολεία, παιδικοί σταθμοί, στήριξη ηλικιωμένων και ΑΜΕΑ) πέρασαν στα χέρια των δήμων, χωρίς όμως τους αντίστοιχους πόρους και την κατάλληλη επιστημονική στήριξη. Το αντίβαρο για να μην καταρρεύσει το σύστημα ήταν η χρηματοδότησή του μέσω κοινοτικών προγραμμάτων (π.χ. «Βοήθεια στο σπίτι» κ.λπ.) ή μέσω διαφόρων κονδυλίων χωρίς μόνιμο χαρακτήρα (π.χ. προγράμματα stage, συμβασιούχοι σε θέσεις πάγιων αναγκών κ.λπ.).

Ως αποτέλεσμα διαμορφώθηκε ένα πλέγμα κοινωνικών υπηρεσιών:

  • Χωρίς σταθερή παρέμβαση στα κοινωνικά προβλήματα, αφού κάθε φορά που μειώνονται τα επιδοτούμενα προγράμματα διαλύονται οι δομές που είχαν δημιουργηθεί.
  • Βασισμένο σε συμβασιούχους υπαλλήλους, που έρχονται και παρέρχονται, πολλοί εκ των οποίων είναι κάκιστα αμειβόμενοι εργαζόμενοι των 500 και 700 ευρώ.
  • Με προσωπικό που προσλαμβάνεται με αδιαφανείς διαδικασίες, οι οποίες δεν δίνουν προτεραιότητα στις γνώσεις που πρέπει να διαθέτει για το αντικείμενο στο οποίο θα εργαστεί.

Η εφαρμογή του «Καλλικράτη» όχι μόνο δεν αλλάζει αυτή την τάση, αλλά αντίθετα την ενισχύει.

 

Η οικονομική κρίση φέρνει στην επιφάνεια νέες ανάγκες

Αν όλη την προηγούμενη περίοδο η παραπάνω πολιτική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ανεπαρκής και προβληματική, σήμερα, στις παρούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης και δημοσιονομικής επιτήρησης από την τρόικα, η κατάσταση αλλάζει ριζικά. Οι εργαζόμενοι βλέπουν ήδη το εισόδημά τους να μειώνεται και την ανεργία να εκτοξεύεται. Σ’ αυτό το πλαίσιο γίνεται αναγκαίο να πολλαπλασιαστούν οι διάφορες κοινωνικές παροχές (παιδεία, υγεία, κοινωνική στήριξη, αθλητισμός, συγκοινωνίες κλπ).

Οι νέες ανάγκες και τα καινούρια κοινωνικά προβλήματα δεν μπορούν όμως να αντιμετωπιστούν με τα μέσα με τα οποία οι δήμοι ασκούσαν κοινωνική πολιτική τα προηγούμενα χρόνια. Με άλλα λόγια, η απάντηση στην κρίση δεν μπορεί να είναι  να περισώσουμε ό,τι μπορούμε από μια παλαιάς κοπής κοινωνική πολιτική, που έχει τις ρίζες της στην προηγούμενη 30ετία. Οι νέες συνθήκες απαιτούν και νέα εργαλεία.

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να ανοίξει η συζήτηση για τον πρακτικό σχεδιασμό μιας οικονομίας των αναγκών, που ρητά θα επιδιώκει τη δημιουργία ενός εύρωστου οικονομικού πεδίου που δεν θα στοχεύει στο κέρδος, αλλά στην κάλυψη συγκεκριμένων κοινωνικών αναγκών (στον τομέα των υπηρεσιών αλλά και της παραγωγής), την αξιοπρεπή αμοιβή των εργαζομένων και τον κοινωνικό έλεγχο των επιχειρήσεων.

Η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει χώρο ανάπτυξης μιας τέτοιας αλληλέγγυας οικονομίας, και μάλιστα σε ριζοσπαστική κατεύθυνση, με στόχο την επαναφορά μέρους της σημερινής ιδιωτικής οικονομίας υπό δημόσιο έλεγχο.

Μια νέα κοινωνική χάρτα για τους δήμους

Πρώτο βήμα για μια τέτοια προσπάθεια είναι η υιοθέτηση κάποιων βασικών αρχών, που θα διασφαλίζουν ότι οι κοινωνικές επιχειρήσεις που θα δημιουργηθούν δεν θα αποτελέσουν δούρειο ίππο για την ιδιωτικοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών και την περαιτέρω επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών:

1) Οι δημοτικές παροχές δεν πρέπει να αφορούν μόνο το κομμάτι εκείνο του πληθυσμού που αντιμετωπίζει ακραία κοινωνικά προβλήματα, αλλά να απευθύνονται σε όλους τους πολίτες (σχολεία, πρωτοβάθμια υγεία, παιδικοί σταθμοί, πράσινο, αθλητισμός κλπ).

2) Η κοινωνική πολιτική του δήμου πρέπει να εστιάζει στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων, που δεν είναι κοινές σε κάθε πόλη. Αυτό απαιτεί σοβαρή και διαρκή κοινωνική μελέτη, που να αποκαλύπτει τους τομείς στους οποίους η κάθε τοπική κοινωνία υφίσταται τις μεγαλύτερες πιέσεις.

3) Η κοινωνική παρέμβαση του δήμου δεν μπορεί να έχει μόνο ποσοτικούς, αλλά χρειάζεται και ποιοτικούς στόχους. Κάθε επιμέρους δράση θα πρέπει να κρίνεται όχι μόνο με βάση τον αριθμό των πολιτών που εξυπηρετεί, αλλά και σύμφωνα με την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Άλλωστε στην κοινωνία μας υπάρχει η γνώση και η πείρα για να δημιουργήσουμε πολύ καλύτερες κοινωνικές δομές από τις σημερινές.

4) Είναι αναγκαία μια ευρεία κοινωνική αλλαγή, στην οποία ο δήμος πρέπει να σταθεί αρωγός: Μέχρι σήμερα πολλές κοινωνικές ανάγκες που δεν καλύπτονταν από το δήμο (π.χ. παιδικοί σταθμοί, ιατρεία, πολιτισμός κλπ) αντιμετωπίζονταν από τους πολίτες μέσω του ιδιωτικού τομέα. Στο νέο οικονομικό περιβάλλον, που κάτι τέτοιο θα είναι δύσκολο, θα πρέπει οι ανάγκες αυτές να καλυφθούν συλλογικά, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τα σχετικά αγαθά. Για πολλούς αυτή είναι μια κίνηση που γίνεται εξ ανάγκης και μετά την κρίση θα πρέπει να επιστρέψουμε στο παλιό μοντέλο. Η αριστερά θεωρεί ότι η συλλογική μέριμνα για τις ανάγκες και η συλλογική κατανάλωση αποτελούν ορθολογικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και μπορεί ως μοντέλο να διατηρηθούν και μετά την κρίση, καθώς αποτελούν ευκαιρία να περιοριστεί ο ατομισμός και η κουλτούρα της υπερκατανάλωσης.

5) Για την οργάνωση αυτής της ευρείας κοινωνικής αλλαγής είναι αναγκαία η αλλαγή φιλοσοφίας τόσο από πλευράς δήμου όσο και από πλευράς πολιτών. Ο δημοτικός μηχανισμός πρέπει να αποτελεί εργαλείο στα χέρια των πολιτών για τη συλλογική οργάνωση της κοινής τους ζωής και μ’ αυτή την έννοια θα πρέπει να αξιοποιείται η προσπάθεια και η δραστηριότητα (προσωπική, επαγγελματική κ.λπ.) όλων των κατοίκων, με γνώμονα τη συλλογική ανάπτυξη.

6) Αυτός ο συντονισμός δυνάμεων δεν μπορεί να οδηγεί στη μεταφορά υφιστάμενων δημοτικών υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα ή στη δημιουργία θέσεων επισφαλούς εργασίας. Αντίθετα, θα πρέπει να στοχεύει σε τομείς που σήμερα δεν καλύπτονται από το δήμο και που δεν υπάρχει δυνατότητα να καλυφθούν στο κοντινό μέλλον.

 

Η οργάνωση της αλληλέγγυας οικονομίας

Στη βάση των παραπάνω αξόνων μπορεί να αναπτυχθεί ένα δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών που θα καλύψει σε σύντομο χρονικό διάστημα τις σημερινές ελλείψεις. Για να συμβεί αυτό, ιδίως σε μια περίοδο που η κεντρική κρατική χρηματοδότηση συρρικνώνεται, θα πρέπει να αξιοποιηθούν πόροι και κοινωνικές δυνάμεις από πολλά διαφορετικά πεδία. Η διαδικασία αυτή όμως δεν μπορεί να γίνει με τους τρόπους που προτείνουν οι νεοφιλελεύθερες δυνάμεις (π.χ. μέσω συμπράξεων δημόσιου – ιδιωτικού τομέα), που εμπορευματοποιούν τα βασικά κοινωνικά αγαθά και τα παραδίδουν στο ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο κινείται με αποκλειστικό γνώμονα την κερδοφορία του.

Αντίθετα, μέσω μιας οργανωμένης και δυναμικής στροφής προς την αλληλέγγυα οικονομία μπορούμε να κινητοποιήσουμε την κοινωνία και να στρέψουμε το ενδιαφέρον των πολιτών (και ιδίως των νέων) στην εργασία στον κοινωνικό τομέα, αφαιρώντας όσο είναι δυνατό από την εξίσωση τον παράγοντα του κέρδους, που είναι αυτός που αυξάνει τις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών και συμπιέζει τις αμοιβές των εργαζομένων. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη δημιουργία (με τη στήριξη του δήμου) φορέων παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, που θα είναι οργανωμένοι σε συνεταιριστική λογική, θα έχουν σαφή στόχευση την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και θα υπόκεινται στον έλεγχο των πολιτών.

Ας φανταστούμε για παράδειγμα έναν αλληλέγγυο παιδικό σταθμό, ο οποίος:

  • θα έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους τους παιδαγωγούς, με τη μορφή συνεταιρισμού,
  • στον κανονισμό λειτουργίας του θα τίθεται ρητά ως στόχος η υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών με προσιτό για την τοπική κοινωνία κόστος και όχι η επίτευξη κέρδους,
  • θα διασφαλίζεται η αξιοπρεπής αμοιβή των εργαζομένων και η σταθερή εργασία τους,
  • θα διοικείται από συλλογικό όργανο με τη συμμετοχή των εργαζομένων, των γονέων και των δήμου.

Ένας τέτοιος σταθμός είναι στην ουσία του δημόσιος και μπορεί (και πρέπει) να τυγχάνει ουσιαστικής στήριξης από το δήμο. Ακόμη κι αν ο δήμος δεν έχει στην παρούσα φάση πόρους για να καλύψει το κόστος των υπηρεσιών του, προκειμένου αυτές να προσφέρονται δωρεάν στους δημότες (όπως θα έπρεπε), μπορεί να συμβάλει με άλλους τρόπους, όπως:

  • στηρίζοντας ενεργά τη δημιουργία του (γιατί συχνά οι άνθρωποι που θα ενδιαφερθούν να τον δημιουργήσουν –ιδίως αν είναι νέοι– δεν έχουν το απαιτούμενο κεφάλαιο, ενώ οι τράπεζες επιβάλλουν δυσβάστακτους όρους). Για παράδειγμα, οι δήμοι μπορούν να προχωρήσουν στην ίδρυση διαδημοτικής τράπεζας ειδικού σκοπού που θα χρηματοδοτεί την αλληλέγγυας οικονομίας, ενώ επίσης μπορούν να διαθέτουν δωρεάν ή με χαμηλό μίσθωμα αναξιοποίητα ακίνητά τους, την τεχνική τους υπηρεσία για τη διαμόρφωση των κτιριακών υποδομών κ.λπ.
  • δημιουργώντας ένα δίκτυο δημοσίων παιδικών σταθμών στο οποίο θα εντάσσονται οι δημοτικοί και οι αλληλέγγυοι παιδικοί σταθμοί, για το συνεχή συντονισμό τους σε παιδαγωγικά θέματα. Παράλληλα, θα διεκδικεί κρατικούς πόρους ώστε μελλοντικά να καλύπτει τα έξοδα ολόκληρου του δικτύου.

Με τη δημιουργία ενός τέτοιου δικτύου αλληλέγγυων παιδικών σταθμών επιτυγχάνεται:

  • σημαντική μείωση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών και ουσιαστική ανακούφιση των γονέων που σήμερα καταφεύγουν σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς.
  • καταπολέμηση της ανεργίας και της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
  • αξιοποίηση όλων των δημιουργικών δυνάμεων της πόλης και ιδίως των νέων.
  • κινητοποίηση της τοπικής οικονομίας, καθώς οι αμοιβές των εργαζομένων τροφοδοτούν τον οικονομικό κύκλο της περιοχής.
  • ραγδαία διεύρυνση του δικτύου των δημόσιων παιδικών σταθμών, ώστε ταχύτατα να καλυφθούν όλες οι ανάγκες.
  • συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση υπηρεσιών για τις οποίες σήμερα δεν έχουν λόγο.

 

Ένας δρόμος που αξίζει να ανιχνευθεί

Με ανάλογη λογική μπορούν να δημιουργηθούν κοινωνικοί φορείς διαφόρων ειδικοτήτων για την κάλυψη παλιών και νέων αναγκών που προκύπτουν στην πόλη. Φορείς που θα δίνουν δυνατότητα σε νέους και μεγαλύτερους εργαζόμενους να αξιοποιήσουν τις γνώσεις και τη δημιουργικότητά τους, απαλύνοντας τις πιέσεις της αγοράς και αναδεικνύοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα των επαγγελμάτων τους. Παράλληλα, αυτός ο τρόπος οργάνωσης μπορεί να αξιοποιηθεί ευρύτερα για την τοπική ανάπτυξη, δίνοντας τη δυνατότητα δημιουργίας αλληλέγγυων συνεταιριστικών επιχειρήσεων σε άλλους κλάδους (π.χ. καταστήματα, σουπερμάρκετ, βιοτεχνίες).

Φυσικά τίποτε σ’ αυτή την πορεία δεν είναι αυτονόητο η αυτόματο. Σε διεθνές επίπεδο η σοσιαλδημοκρατία έχει αξιοποιήσει την κοινωνική οικονομία ως εργαλείο για τη μεταφορά δραστηριοτήτων από το κράτος στον ιδιωτικό τομέα. Στην Ελλάδα το ΠΑΣΟΚ προετοιμάζει νόμο που επίσης θα κινείται σ’ αυτό το αρνητικό μοτίβο. Παράλληλα, όμως, υπάρχουν σε όλο τον κόσμο και ριζοσπαστικά παραδείγματα (π.χ. Κεμπέκ) τα οποία δείχνουν ότι είναι εφικτή η δημιουργία ενός δυναμικού οικονομικού χώρου ο οποίος θα ενδυναμώνει τη σημερινή κοινωνία της ύφεσης και θα αμφισβητεί την παντοκρατορία του κέρδους και της εργασιακής εκμετάλλευσης. Στο χέρι μας είναι λοιπόν να μην αφήσουμε την κρίση να μας επιβάλει να παίζουμε άμυνα, βλέποντας την ποιότητα της ζωής μας να μειώνεται, αλλά να ανιχνεύσουμε νέους δημιουργικούς δρόμους οργάνωσης της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής.

 

(Μια μαζεμένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύτηκε στις 19/12/2010 στα Ενθέματα της «Κυριακάτικης Αυγής»)

Advertisements
TrackBack URI

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: