Μέχρι νεωτέρας

01/11/2011

Από τη σκοπιά του συστήματος

Οι μαζικές διαμαρτυρίες στις παρελάσεις όλης της χώρας έδειξαν με τον πιο εμφατικό τρόπο τη διαφωνία των πολιτών με την πολιτική της κυβέρνησης και της τρόικας, αλλά και το θυμό τους για τον βαθιά πατερναλιστικό και υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο οι κυβερνώντες τους αντιμετωπίζουν. Αν αφήσουμε στην άκρη τις χαζομάρες περί οργανωμένου σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ (που έτσι κι αλλιώς αποτελεί σχήμα οξύμωρο…), οι οποίες είναι κατάλληλες μόνο για προπαγανδιστικά δελτία ειδήσεων, μας μένει το πραγματικά κρίσιμο ερώτημα: τι ακριβώς συνέβη και γιατί;

Αναμφίβολα, το κύριο στοιχείο που πυροδοτεί την ένταση είναι η ίδια η πραγματικότητα. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, εξίσου σημαντικό, που βγάζει τον κόσμο εκτός εαυτού: το ότι η πολιτική ηγεσία εκφράζει όσο πιο κραυγαλέα μπορεί την αδυναμία ή την απροθυμία της να συμπεριφερθεί σαν να μην έχει κατέβει από άλλο πλανήτη.

Θυμίζω, για παράδειγμα, ότι πριν από μόλις δέκα μέρες η τριάδα Διαμαντοπούλου – Λοβέρδου – Ραγκούση στο περιβόητο άρθρο της έλεγε: «Οι πολίτες τον Αύγουστο (σ.σ. όταν κατά τους συντάκτες διαφώνησαν ανοιχτά με τις απεργίες που επηρέαζαν αρνητικά τον τουρισμό) απαίτησαν, κυριολεκτικά, η κυβέρνηση να μην κάνει πίσω –όπως γινόταν τις τελευταίες δεκαετίες– αλλά να εφαρμόσει τις πολιτικές της». Αυτό που κάποια σοβαρά ΜΜΕ εκθείαζαν τότε ως μεγαλειώδη πολιτική ανάλυση, αποκαλύπτεται σήμερα ότι ήταν κουβέντες εκτός τόπου και χρόνου, που φυσικά οι πάντες εξέλαβαν ως χοντρό δούλεμα.

Ομοίως, οι υπουργοί και τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ βγάζουν τη γλώσσα στους πολίτες όταν περιγράφουν τη συμφωνία για το «κούρεμα» απαξιώντας να αναφερθούν στις συνέπειες που θα έχει στη ζωή τους. Οι μειώσεις μισθών και συντάξεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, η δραστική περικοπή αναγκαίων κοινωνικών παροχών, η χαμένη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων, τους αφήνουν παγερά αδιάφορους. Η πολιτική ηγεσία όχι μόνο δεν επιδιώκει να συμμεριστεί τη μοίρα του λαού, αλλά αντίθετα κάνει ό,τι μπορεί για να δηλώσει επιδεικτικά ότι διαφέρει απ’ αυτόν.

Οι άνθρωποι που αποφασίζουν την υποβάθμιση της παιδείας και τον περιορισμό των ευκαιριών των νέων, στέλνουν τα παιδιά τους στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία, κοροϊδεύοντας όσους δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο. Αυτοί που μιλάνε για αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων και για αμοιβές με βάση την παραγωγικότητα, παραμένουν στη θέση τους και εισπράττουν μυθικούς μισθούς παρότι απέτυχαν παταγωδώς στη δουλειά που τους είχε ανατεθεί τα τελευταία 30 χρόνια. Και εκείνοι που καλούν τον κόσμο να προετοιμαστεί για έναν εργαζόμενο σε κάθε νοικοκυριό, εξασφαλίζουν καλοπληρωμένες δουλειές για τους εαυτούς τους, αλλά και για συγγενείς και φίλους. Κανείς τους δεν διανοείται ότι θα προσφέρει τις υψηλές υπηρεσίες του στον ελληνικό λαό με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τον καθένα: με εφεδρεία, εξευτελιστικούς μισθούς και αβέβαιο μέλλον για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Είναι προφανές ότι τα παραπάνω διαλύουν όχι μόνο τη δική τους αξιοπιστία, αλλά και των πολιτικών θεσμών που εκπροσωπούν, και φυσικά τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια ακόμη και όσων τα προηγούμενα χρόνια αντιστάθηκαν στην πολιτική της μίζας και της διαφθοράς, πόσο μάλλον όσων επιχειρούν απλώς να κρατήσουν ουδέτερη στάση μέσα στον ορυμαγδό. Σ’ αυτό πρέπει να αναζητήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την αιτία των αποδοκιμασιών στο πρόσωπό του, και στην ανάγκη να καταδικάσει με ξεκάθαρο τρόπο την παρακμιακή έπαρση του πολιτικού προσωπικού και όχι αυτούς που (έστω και χοντροκομμένα) την επισημαίνουν.

Άλλωστε, δεν χρειάζεται να είσαι διαπρεπής επικοινωνιολόγος για να καταλάβεις ότι ο ηγέτης που ταπεινώνει το λαό του, αν θέλει να έχει μια ελπίδα επιβίωσης πρέπει να ταπεινωθεί και ο ίδιος. Αρκεί να έχεις διαβάσει το «Παραμύθι χωρίς όνομα»…

Advertisements
TrackBack URI

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: