Μέχρι νεωτέρας

06/12/2012

Λόγος για το λόγο

Τους τελευταίους μήνες κάμποσες αποστροφές του λόγου βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ έχουν προκαλέσει συζητήσεις και αντεγκλήσεις. Με το πλεονέκτημα που μας δίνει η σχετική χρονική απόσταση αξίζει τον κόπο να δούμε πιο ψύχραιμα τα χαρακτηριστικά αυτών των επαναλαμβανόμενων αντιπαραθέσεων. Πρώτα απ’ όλα, όμως, θα πρέπει να διακρίνουμε δύο κατηγορίες τοποθετήσεων.

Η πρώτη αφορά δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (τόσο από τη μειοψηφία όσο και από την ηγεσία) με στόχο να καταγραφεί η διαφορετική τους άποψη για κάποιο ζήτημα ή και να μετατοπιστούν οι θέσεις του κόμματος. Στην περίπτωση αυτή η απάντηση είναι απλή: Παρότι αποτελεί δικαίωμα του καθενός να έχει την άποψή του και να την υπερασπίζεται δημόσια, είναι σίγουρα αθέμιτο να χρησιμοποιεί τον δημόσιο ρόλο που του έχει συλλογικά ανατεθεί για να της δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα και για να ενισχύσει τη δυναμική της στον εσωκομματικό διάλογο. Με άλλα λόγια, η συζήτηση για θέσεις, προτάσεις, τακτικές και στρατηγικές δεν μπορεί να γίνεται μέσω των ΜΜΕ, όχι μόνο γιατί αυτά έχουν τις δικές τους στοχεύσεις, αλλά κυρίως γιατί σ’ αυτή τη συζήτηση δεν έχουμε τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε όλοι, με αποτέλεσμα τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ από διαμορφωτές απόψεων γίνονται απλοί ακροατές και χειροκροτητές.

Η δεύτερη κατηγορία είναι πιο ζόρικη. Αφορά τις περιπτώσεις που κάποιος χρησιμοποιεί ένα λεκτικό σχήμα το οποίο θεωρείται ότι δεν συνάδει με το χώρο μας. Είναι άραγε αποδεκτό ένας βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ να έχει τον δικό του «αυθόρμητο» λόγο; Στο κάτω κάτω δεν υπάρχουν αρκετοί για όλα τα γούστα;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να έχει στις τάξεις του διαφορετικές φωνές και να δίνει βήμα σε αιρετικούς ανθρώπους, ακόμη κι αν ο λόγος τους τον φέρνει σε (δημιουργική) αμηχανία. Ανθρώπους που μπορούν να αμφισβητήσουν χωρίς πολλά στρογγυλέματα τον κυρίαρχο λόγο, αλλά ακόμη και το λόγο της ίδιας της αριστεράς. Αυτή ακριβώς όμως είναι και η προϋπόθεση: η αιρετικότητα, η επιθετικότητα, ο χλευασμός, ο «αυθορμητισμός», η λαϊκότητα, πρέπει να στρέφονται ενάντια στους ισχυρούς, στις κατεστημένες αντιλήψεις, σε κάποια εξουσία εν πάση περιπτώσει, και να βάζουν το δάχτυλο στην πληγή, να αμφισβητούν στερεότυπα και προκαταλήψεις, να φέρνουν στο προσκήνιο αθέατες ανάγκες. Το καλύτερο ευφυολόγημα, η σκληρότερη δήλωση, η πιο πιασάρικη φράση, αν απλώς επιβεβαιώνουν τον κοινωνικό κομφορμισμό, τις πολιτικές αναλύσεις καφενείου και τον ελληνικό τσαμπουκά, παύουν να είναι αιρετικά.

Παράλληλα, η κατά κόρον χρήση τέτοιων διατυπώσεων έχει μία ακόμη συνέπεια: κερδίζει τόσο πολύ τα φώτα της δημοσιότητας, ώστε εξαφανίζει κάθε άλλη προσέγγιση και τελικά μετατρέπεται σε μονοκαλλιέργεια.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο δημόσιος λόγος διαφέρει από τον ιδιωτικό. Αλλιώς διαφωνούμε με το γείτονά μας και αλλιώς με τον αντίπαλο βουλευτή, κι αυτό δεν έχει να κάνει με την υποτιθέμενη ιερότητα του κοινοβουλίου. Απλώς, στην πρώτη περίπτωση μιλάμε για την πάρτη μας, ενώ στη δεύτερη εκπροσωπούμε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως, λοιπόν, καθορίζουμε συλλογικά τις θέσεις μας, έτσι –ειδικά στην εποχή της επικοινωνίας– θα πρέπει να καθορίζουμε συλλογικά και τον δημόσιο λόγο μας (τα μέτωπα, τις επιδιώξεις, το ύφος, ακόμη και το ρόλο που αναλαμβάνει κάθε βουλευτής στο δημόσιο παιχνίδι).

Και οι δύο παραπάνω κατηγορίες δηλώσεων, παρότι έχουν διαφορετικά κίνητρα και στοχεύσεις, τροφοδοτούν μία κοινή συνισταμένη: την αριστοκρατική πρόσληψη της πολιτικής από τα εν λόγω πολιτικά στελέχη. Αναμφίβολα, η αριστερά απαιτεί πολλές προσωπικές υπερβάσεις. Μία από τις σημαντικότερες είναι να μπορείς να επηρεάσεις προνομιακά τις θέσεις, το λόγο και την κουλτούρα του κόμματος αλλά να μην το κάνεις, αφήνοντας πεδίο συμμετοχής σε όλους τους υπόλοιπους. Ακόμη κι αν πιστεύεις ότι ξέρεις καλύτερα, ακόμη κι αν οι στιγμές είναι κρίσιμες…

Advertisements
TrackBack URI

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: