Μέχρι νεωτέρας

08/01/2013

Το ακροδεξιό μήνυμα και το αντιφασιστικό μέσο

Η κοινωνική ενδυνάμωση των νεοναζί βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο των πολιτικών αναλύσεων αλλά και των κοινωνικών πρωτοβουλιών σε γειτονιές, συλλόγους, συνδικάτα και κόμματα. Λίγο πολύ, μάλιστα, είναι κοινός τόπος ότι ο εκφασισμός μπορεί κοινοβουλευτικά να εκφράζεται από τη Χρυσή Αυγή, αποτελεί όμως μια ευρύτερη τάση που απλώνεται σε όλο το φάσμα της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά ο προβληματισμός που έχει αναπτυχθεί εστιάζει κατά κύριο λόγο στην οικονομική διάσταση του φαινομένου (δηλαδή στο ρόλο της κρίσης και του συνακόλουθου κρατικού αυταρχισμού) και σχεδόν καθόλου στο πολιτισμικό υπόβαθρο που αποτέλεσε το εύφορο έδαφος για την εμφάνισή του.

Το γεγονός αυτό αφήνει σημαντικά κενά στην προσπάθεια να καταλάβουμε πού και πώς οι αντιλήψεις της Χρυσής Αυγής ριζώνουν στις συνειδήσεις. Γιατί μπορεί, από τη μια πλευρά, η οικονομική και η πολιτική κρίση να σπάνε τους δεσμούς μεγάλου μέρους του πληθυσμού με το κυρίαρχο μέχρι χτες μοντέλο, από την άλλη όμως φαίνεται πια καθαρά ότι η ελληνική κοινωνία ουδέποτε είχε αναμετρηθεί σοβαρά με ζητήματα όπως η ουσιαστική δημοκρατία, η ισότητα των φύλων, η ισότιμη μεταχείριση μειονοτικών ομάδων (εθνοτικές, σεξουαλικές κ.ά.) και γενικότερα η άρνηση του δικαίου του ισχυρού. Είχε βέβαια διασφαλίσει ένα μίνιμουμ ευπρέπειας στη δημόσια συμπεριφορά, προτιμούσε όμως πάντα να υποβαθμίζει τα προβλήματα και να θεωρεί κάθε έκφραση σοβινισμού ή μισαλλοδοξίας ακραία και μεμονωμένη· μια πολιτική «Don’t Ask, Don’t Tell» από την ανάποδη.

Έτσι, όμως, όταν το πλαίσιο που επέβαλλε αυτή την «πολιτισμένη» προσέγγιση κατέρευσε, δεν υπήρχαν σημαντικές αντιστάσεις απέναντι σ’ αυτές τις αντιλήψεις. Η υποτίμηση του διπλανού μας ανθρώπου επειδή ήταν γυναίκα, ομοφυλόφιλος ή τσιγγάνος μπορεί να προκαλούσε αμηχανία στο γραφείο, το λεωφορείο, το γήπεδο ή τη γειτονιά, δεν πυροδοτούσε όμως καβγάδες ούτε οδηγούσε όσους την προπαγάνδιζαν στο περιθώριο. Γιατί λοιπόν να απορούμε όταν σήμερα σε σχολικούς χώρους αποτελεί πειστικό επιχείρημα σε αντιπαραθέσεις αγοριών με κορίτσια η φράση «οι γυναίκες ανήκουν στην κουζίνα»;

Το κίνημα, στην προσπάθειά του να αποκρούσει τον φασισμό οφείλει να παρέμβει και σε αυτό το επίπεδο, επερωτώντας παράλληλα τα ίδια του τα παραδοσιακά εργαλεία. Στο κάτω κάτω αν σε μεγάλο βαθμό το μέσο είναι το μήνυμα, τότε η ακροδεξιά, πέρα από τη ρητορική της, είναι ο αυταρχισμός, ο μιλιταρισμός, η εμπέδωση ιεραρχικών προτύπων, το μίσος γι’ αυτόν που δείχνει ή σκέφτεται διαφορετικά, η βία ως εγγενές στοιχείο της καθημερινότητας. Και άρα, αν στην προσπάθεια να νικήσουμε επιχειρησιακά τη Χρυσή Αυγή συμβάλουμε στη δημιουργία μιας πιο κλειστής και πολωμένης κοινωνίας, θα έχουμε υιοθετήσει ένα μέρος της ατζέντας της.

Φυσικά, ο φασισμός δεν αντιμετωπίζεται με παραινέσεις, αλλά απαιτεί και αντιπαράθεση στο δρόμο, ενδεχομένως βίαιη. Όμως, αν για την ακροδεξιά αυτή η σύγκρουση αποτελεί αυτοσκοπό, για το αντιφασιστικό κίνημα δεν μπορεί παρά να αποτελεί αναγκαίο κακό. Για να αποφύγει αυτό το σκόπελο, το κίνημα πρέπει να διευρύνει την παρέμβασή του σε τομείς που σήμερα θεωρεί δευτερεύοντες (π.χ. πολιτισμός), να υιοθετήσει τρόπους δράσης που ακόμη και όταν αποκτούν συγκρουσιακά χαρακτηριστικά δεν θα αναπαράγουν την κουλτούρα του αντιπάλου, και φυσικά να αμφισβητήσει τις δικές του ηρωικές μυθολογίες, που βλέπουν στο πεδίο της μάχης τον ύψιστο χώρο ιδεολογικοπολιτικής καταξίωσης.

Advertisements
TrackBack URI

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: