Μέχρι νεωτέρας

01/09/2014

Καταδική της ομοφοβίας, αναγνώριση δικαιωμάτων: Νομική και πολιτική ανάγκη

Δημοσιεύτηκε στην «Κυριακάτικη Αυγή», στις 31/8/2014

του Δημήτρη Παπανικολάου και του Παναγιώτη Πάντου

Παρά τη σχετική συζήτηση, το πολύπαθο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο πρόκειται, όπως φαίνεται, να προωθηθεί στη Βουλή χωρίς προβλέψεις για την έμπρακτη καταδίκη της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας, αλλά και χωρίς να αναγνωρίζει το σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών. Μέσα από τα πάμπολλα κόψε-ράψε ξεσκεπάζεται για άλλη μια φορά όχι μόνο ο συντηρητισμός του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά και η αδυναμία του ακόμη και να θέσει σε συζήτηση προοδευτικά αιτήματα που απασχολούν σημαντικές ομάδες της ελληνικής κοινωνίας. Το ότι αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο στην οποία αυξάνονται διαρκώς οι ομοφοβικές ρατσιστικές επιθέσεις πρέπει να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο.

Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων χτυπήθηκε στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι από ομάδα νεαρών. Είναι μια από τις πολλές αντίστοιχες ομοφοβικές επιθέσεις αυτού του καλοκαιριού – εβδομάδες νωρίτερα ένα άλλο ζευγάρι είχε υποστεί επίθεση και ύβρεις από αστυνομικούς σε ώρα υπηρεσίας (25 Ιουλίου)· την ίδια περίοδο αυξάνονται οι επιθέσεις σε τρανς γυναίκες και άνδρες, με αποκορύφωμα την απόπειρα ανθρωποκτονίας τρανς γυναίκας στις 16 Ιουλίου στη Θεσσαλονίκη.

Αν κανείς σκεφτεί πόσο δύσκολο ήταν να καταγγελθούν και να δημοσιοποιηθούν αυτές οι επιθέσεις και πόσο ακόμη δυσκολότερο είναι να πειστεί η αστυνομία να ενεργήσει για τη σύλληψη και τιμωρία των ενόχων, καταλαβαίνει αμέσως πόσες περισσότερες αντίστοιχες πράξεις βίας δεν φτάνουν ποτέ στη δημοσιότητα ή στη δικαιοσύνη. Καταλαβαίνει επίσης, ακριβώς τότε, και γιατί πρέπει να υπάρξει ένα ξεκάθαρο και σταθερό πλαίσιο που να εγγυάται την προστασία από τέτοιες επιθέσεις.

Οι ομοφοβικές επιθέσεις είναι πράξεις ρατσιστικής βίας και πρέπει όχι απλώς να τιμωρούνται, αλλά να τιμωρούνται ως τέτοιες, κι έτσι να γίνονται ορατές και να καταδικάζονται στη δημόσια σφαίρα. Επειδή μάλιστα η ομοφοβία είναι τόσο διάχυτη, ιδιαίτερα δε στη λιγότερο βίαιη εκδοχή της είναι συχνά πανταχού παρούσα -ακόμα και στα media, στον «απλό» σεξιστικό λόγο που αφθονεί στα κανάλια-, αποτελεί ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα για να συνειδητοποιήσουμε και να συζητήσουμε επιτέλους πόσο πορώδης είναι ο ρατσισμός και πόσο βαθιά σφηνωμένος σε κοινωνικές πρακτικές και συμβάσεις που έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσικές.

Η αναγνώριση του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου είναι κομβικής σημασίας και γι’ αυτόν τον λόγο. Εκτός της απαραίτητης κατοχύρωσης ενός στοιχειώδους δικαιώματος σε μια ομάδα Ελλήνων πολιτών που σήμερα το στερείται, το σύμφωνο συμβίωσης έχει τη δυνατότητα να φέρει τη δημόσια σφαίρα και ολόκληρη την κοινωνία αντιμέτωπες με όλες τις αγκυλώσεις και τους κρυφούς τους ρατσισμούς.

Υπάρχει μάλιστα τόσο λυσσαλέα αντίδραση απέναντι σε ένα ζήτημα που δεν επηρεάζει σε τίποτα τη ζωή κανενός άλλου από τους εμπλεκόμενους και γι’ αυτόν τον λόγο: όπως όλα δείχνουν η κοινωνική δυναμική που θα απελευθερωθεί θα είναι τέτοια που θα δημιουργήσει νέο πλαίσιο στήριξης για όσες και όσους βρίσκονται αποκλεισμένοι, περιθωριοποιημένοι και θύματα βίας εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή / και της ταυτότητας φύλου.

Το σύμφωνο είναι κεντρικό αίτημα ενός μεγάλου κινήματος ακριβώς γιατί έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει πιο ισότιμους όρους συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι, να στηρίξει τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας, και να γίνει στην πράξη μια πλατφόρμα αντιμετώπισης και καταδίκης του ρατσισμού κάθε μορφής.

Ο υποδόριος ρατσισμός και η Αριστερά

Κι αν σκέφτεστε ότι όλα αυτά δεν μας πολυαφορούν, αφού η Αριστερά ούτε επιθέσεις κατά ομοφυλόφιλων εξαπολύει ούτε -ο ΣΥΡΙΖΑ τουλάχιστον- απορρίπτει γάμους, σύμφωνα και λοιπές θεσμίσεις, ίσως πρέπει να το ξανασκεφτείτε. Γιατί βέβαια ρατσισμός δεν είναι μόνο να επιτίθεσαι σωματικά ή λεκτικά σε κάποια ή κάποιον λόγω ενός χαρακτηριστικού τους, αλλά επίσης να τους αντιμετωπίζεις ως υποδεέστερους, απειλητικούς, μιαρούς και πολύ περισσότερο να υπερασπίζεσαι και να μηχανεύεσαι τη διαιώνιση αυτής της αντιμετώπισης.

Σήμερα, λοιπόν, το επιχείρημα όσων προοδευτικών και αριστερών αποδέχονται (συνειδητά ή μη) μια ατζέντα διακρίσεων ενάντια στις σεξουαλικές μειονότητες έχει μετατοπιστεί. Όλο και πιο συχνά λένε πως αυτά είναι ζητήματα σοβαρά, όχι όμως άμεσης προτεραιότητας. Ότι μπορούν να περιμένουν, αφού τώρα προέχουν το Μνημόνιο, ο ΕΝΦΙΑ ή η ανεργία, που αφορούν έτσι κι αλλιώς τους πάντες.

Αν λίγο ξεφλουδίσει κανείς τις συναισθηματικές κορώνες, η ουσία του επιχειρήματος γίνεται εμφανής: εμμέσως πλην σαφώς κάποιοι μας λένε ότι μπορεί να συνεχιστεί η καταπίεση μιας ομάδας ανθρώπων στο όνομα «ενός ανώτερου σκοπού», αλλά κυρίως ότι κάθε απόπειρα άρσης της θέτει σε κίνδυνο αυτόν τον κοινό στόχο. Και επιπλέον ότι τελικά κάποιες ομάδες είναι ύποπτες: τείνουν να σαμποτάρουν τους κοινούς στόχους και γι’ αυτό πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν τον «πατριωτισμό» τους. Και φυσικά τα εύσημα τα μοιράζει πάντα ο (κοινωνικοπολιτικά) ισχυρός, αγιοποιώντας τον εαυτό του και δαιμονοποιώντας τον λιγότερο δυνατό.

Για να το πούμε με απλά λόγια, αν το να σου ζητάει ο εργοδότης σου να αποδεχτείς απώλεια μισθού και εργασιακών δικαιωμάτων, με μόνη υπόσχεση ότι μετά την κρίση μπορεί και να τα ξανασυζητήσετε, ονομάζεται «οικονομικό Μνημόνιο», τότε η πρόταση «να ξανασυζητήσουμε τα δικαιώματα φύλου και σεξουαλικότητας μετά την κρίση» θα έπρεπε να ονομαστεί «κοινωνικό Μνημόνιο». Ούτε το ένα ούτε το άλλο όμως είναι συμβατά με την Αριστερά – μια Αριστερά που επιμένουμε να είναι η Αριστερά της πολιτικής και κοινωνικής τόλμης και ανατροπής.

Advertisements
TrackBack URI

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: