Μέχρι νεωτέρας

14/09/2010

Σταυροδρόμι

Η τελευταία κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ, αν και εμφανίζεται ως συνέχεια των γενικότερων πολιτικών(;) αντιπαραθέσεων που ταλανίζουν το χώρο εδώ και ενάμιση χρόνο, έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που μας εισάγουν σε μια νέα (ή μήπως παλιά;) εποχή.

Υπάρχουν βέβαια τα προφανή: από τη μια η σουρεαλιστική δήλωση του Αλέκου Αλαβάνου ότι η υποψηφιότητά του δεν αποτελεί διασπαστική κίνηση (κάπως σαν το σύζυγο που συλλαμβάνεται στα πράσα και λέει «αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις») και από την άλλη η προσπάθεια της ηγεσίας του Συνασπισμού να προωθήσει με τους πλέον πρόχειρους όρους τη συνάντηση με διαφωνούντα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Πέρα όμως από τους τακτικισμούς, η σύγκρουση αυτή κινδυνεύει να οδηγήσει στην επιστροφή και εκ νέου παγίωση μιας σειράς ιδιαίτερα προβληματικών χαρακτηριστικών που είχε ο Συνασπισμός από τη γέννησή του.

(more…)

01/07/2009

Νηνεμία

Είναι ωραίο όταν οι εξελίξεις τρέχουν πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούμε να τις σκεφτούμε, να τις επεξεργαστούμε, να γράψουμε κείμενα γι’ αυτές. Όχι μόνο γιατί ανεβαίνει η αδρεναλίνη, αλλά και γιατί αναδεικνύεται η αξία πραγμάτων που συνήθως περνάνε απαρατήρητα. Για παράδειγμα, η ψυχραιμία, η αξιοπρέπεια και η ωριμότητα χαρακτήρισαν τη στάση της ηγεσίας του ΣΥΝ στην κρίση των τελευταίων ημερών, σε ένα κόμμα μάλιστα που έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει τις πολιτικές αντιπαραθέσεις με όρους μεσημεριανής εκπομπής. Κάτι είναι κι αυτό.

(more…)

09/06/2009

8 + 1 σημεία-κλειδί για το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών

Η επόμενη μέρα των ευρωεκλογών βρίσκει την ανανεωτική, ριζοσπαστική αριστερά μουδιασμένη και απογοητευμένη μπροστά σε μια σημαντική εκλογική αποτυχία. Είναι αυτονόητο ότι τις επόμενες μέρες και βδομάδες όλοι και όλες θα κληθούμε να συζητήσουμε για τα μηνύματα αυτών των εκλογών και για τη σημασία τους για τον ΣΥΡΙΖΑ, και να το κάνουμε ψύχραιμα, συντροφικά, με άνεση χρόνου και χωρίς τους τακτικισμούς που συχνά πυκνά χαρακτηρίζουν την εσωτερική μας ζωή. Έτσι, το παρακάτω κείμενο φιλοδοξεί απλώς να καταγράψει κάποιες πρώτες σκέψεις (που μπορεί και να αποδειχθούν καθόλου οριστικές) για τα κομβικά σημεία που διαμόρφωσαν το αποτέλεσμα. Χωρίς ιδιαίτερη αξιολογική σειρά, λοιπόν:

1) Η συγκυρία διεξαγωγής της αναμέτρησης. Με 36°C και τριήμερο, υπό κανονικές συνθήκες κανείς δεν επιλέγει να κάνει εκλογές. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται μια έλλειψη ευελιξίας της ελληνικής πολιτείας, αφού ακόμη και Παρασκευή να είχε βάλει τις εκλογές, η προσέλευση θα ήταν μεγαλύτερη (και τέλος πάντων όσοι έμεναν να ψηφίσουν δεν θα ένιωθαν οσιομάρτυρες ή κορόιδα).

2) Ο ίδιος ο χαρακτήρας των ευρωεκλογών. Σε όλη την Ευρώπη (και προς τα εκεί τείνει και η Ελλάδα) η συμμετοχή ήταν εξαιρετικά χαμηλή, κι ας μην είχαν τριήμερο. Ίσως έχει έρθει η ώρα να αναπροσαρμόσουμε γενικότερα την εκλογική μας τακτική απέναντι στις ευρωεκλογές, αντιμετωπίζοντάς τες ως αυτό ακριβώς που είναι: εκλογές β΄ τάξης. Ως ευρωπαϊστικό κόμμα να συμμετέχουμε δυναμικά και να προσπαθούμε να αναδείξουμε τη σημασία τους, αλλά μέχρι να το πετύχουμε να μην τις ανάγουμε σε δημοψήφισμα αποτίμησης της κυβέρνησης ή της δικής μας πολιτικής, αφού κανείς μάλλον δεν τις βλέπει έτσι.

3)  Η συνολική συντηρητική και απαθής στάση της ελληνικής κοινωνίας. Εν μέσω οικονομικής κρίσης, σκανδάλων και απολύσεων ο δικομματισμός καλά κρατεί, η δεξιά παίρνει αθροιστικά 40% (με το ΛΑΟΣ να ενισχύεται σημαντικά και να πιέζει τη ΝΔ για δεξιά στροφή), το ΠΑΣΟΚ (που υποτίθεται ότι αποτελεί την εναλλακτική λύση και εσχάτως υιοθέτησε αριστερή φρασεολογία) υπολείπεται αρκετά και δεν αυξάνει ούτε κατά 10% τις δυνάμεις του σε σχέση με το 2004 (όταν ήταν στη χειρότερη στιγμή του), το ΚΚΕ χάνει 1% από τις προηγούμενες ευρωεκλογές (και τσίμα τσίμα πιάνει το ποσοστό των εθνικών εκλογών του 2007), οι Οικολόγοι-Πράσινοι περιορίζονται στο πολύ χαμηλό για τη δυναμική και τις προσδοκίες τους 3,5% (πολύ κοντά στο όριο της εισόδου στην ευρωβουλή) ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ μένει ουσιαστικά στο ποσοστό των προηγούμενων ευρωεκλογών (που τον είχαν όμως βρει διασπασμένο) και λίγο κάτω από το ποσοστό των εθνικών εκλογών του 2007. Το μήνυμα είναι σαφές, οι πολίτες ταυτίζονται πολύ περισσότερο με τη δεξιά παρά με την αριστερά (σε οποιαδήποτε εκδοχή της) ή έστω με το ΠΑΣΟΚ. Ιδίως αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο από την οικονομική κρίση αντιμετωπίζουν με απάθεια τα όσα συμβαίνουν, αποφεύγοντας να αναλάβουν οποιαδήποτε δράση για να τα αποτρέψουν. Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα ο Συνασπισμός καλείται να συζητήσει σοβαρά (αφού μελετήσει όλα τα σχετικά επιστημονικά και πολιτικά δεδομένα) για το κατά πόσο πέτυχε, τα τελευταία δύο χρόνια, τον στόχο που είχε θέσει, να αυξήσει το ποσοστό των αριστερών ανθρώπων της ελληνικής κοινωνίας. Και βέβαια καλείται να χαράξει την επόμενη φάση της στρατηγικής του για την αποδυνάμωση της απάθειας και τη μοιρολατρίας.

4) Οι εσωκομματικές αντιπαραθέσεις. Την ώρα που το πολιτικό σύστημα απαξιωνόταν και ο χώρος μας προσπαθούσε να πει ότι «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» αναδεικνύονταν, με επιλογή των ίδιων των προβεβλημένων στελεχών μας, στοιχεία που δεν τιμούσαν ούτε τους ίδιους ούτε τις χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές της αριστεράς. Ακούσαμε ότι η ανανεωτική αριστερά αποτελεί πατρίδα(!) στην οποία οι νέοι κάτοικοι οφείλουν να υπακούν στους παλαιότερους, ότι έχει δύο ψυχές, ότι κάθε συζήτηση για την ανάγκη στελεχιακής ανανέωσης προσβάλλει την αριστερά, ότι οι νεότεροι συνεργάτες της «Αυγής» δεν δικαιούνται να ασκούν κριτική στους παλιότερους (ακόμη κι αν οι τελευταίοι τελικά αποδεικνύεται ότι ενδιαφέρονται περισσότερο να στελεχώσουν δεξιά κόμματα αντί να στηρίξουν την αριστερά), ότι οι σύντροφοι που απαρτίζουν τα κεντρικά όργανα του κόμματος έχουν καταλάβει διά της βίας τις θέσεις τους και όχι μέσα από εκλογές! Το αποτέλεσμα φυσικά ήταν να καταναλωθεί μεγάλο μέρος της πολιτικης δυναμικής του ΣΥΡΙΖΑ στους νέους ανθρώπους, αφού στα μάτια τους όλα αυτά ήταν δείγμα μιας «αριστοκρατικής πολιτικής», που τα στελέχη της διαγκωνίζονται για τις καρέκλες  και για την προσωπική εύνοια των μεγαλοδημοσιογράφων του συστήματος. Σ’ αυτή τη συγκυρία όλοι εμείς που αποτελούμε την ανανεωτική φωνή του Συνασπισμού έχουμε την ευθύνη να ανοίξουμε τη συζήτηση για την υπέρβαση αυτών των αντιλήψεων, που σταδιακά αλλοιώνουν την ταυτότητά μας.

5) Η αντιπολιτευτική τακτική της Ανανεωτικής Πτέρυγας. Απέναντι στη συκοφαντική επίθεση που δέχτηκε ο χώρος μας ότι απομακρύνεται από τις αρχές της ανανεωτικής αριστεράς, τα στελέχη της Ανανεωτικής Πτέρυγας όχι μόνο δεν υπερασπίστηκαν τον ΣΥΝ, αλλά αντίθετα υιοθέτησαν την γραμμή των ΜΜΕ και πρότειναν στους υποστηρικτές τους «λευκή απεργία». Πρόκειται για μια τακτική που είχαν ακολουθήσει και στις δημοτικές εκλογές, όταν διακήρυτταν δεξιά και αριστερά ότι με την επιλογή του Α. Τσίπρα έναντι του αναγνωρισμένου Μ. Παπαγιαννάκη το κόμμα θα σταματήσει να ασχολείται με τα οικολογικά ζητήματα. Η εξέλιξη των πραγμάτων τους διέψευσε οικτρά, καθώς υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα ο ΣΥΝ έκανε σαφή οικολογική στροφή, ανοίγοντας πολύ περισσότερα ζητήματα από ποτέ, πράγμα που φυσικά μάλλον τους στενοχώρησε παρά τους ικανοποίησε. Αντίστοιχης σοβαρότητας είναι και τα σημερινά επιχειρήματα περί αντιευρωπαϊκής στροφής, αλλά και η προσπάθεια που καταβάλλουν να αναδειχθούν σε αποκλειστικούς θεματοφύλακες της ανανεωτικής παράδοσης (την οποία φυσικά επικαλούνται αποσπασματικά και κατά το δοκούν). Το μεγάλο πρόβλημα με τη στάση αυτή δεν είναι τόσο ότι δημιουργούν άνευ πολιτικού ή ιδεολογικού λόγου έριδες μεταξύ των μελών, ούτε ότι ερμηνεύουν τις πολιτικές εξελίξεις με βάση ξεπερασμένα από την ιστορία διακυβεύματα, της δεκαετίας του ’70. Είναι ότι με την τακτική αυτή οδηγούν σε αποστασιοποίηση από τον ΣΥΝ πολλούς ψηφοφόρους που δεν έχουν ίδια εικόνα για τις πραγματικές απόψεις του κόμματος, αλλά ενημερώνονται κατά βάση από τα ΜΜΕ (και συνήθως με στρεβλό τρόπο). Και βέβαια συνεισφέρουν στην προσπάθεια που καταβάλλει το σύστημα να πείσει ότι ακόμη και στην αριστερά η πολιτική είναι ταυτισμένη με προσωπικές φιλοδοξίες και όχι με ιδεολογικές θέσεις.

6) Η επιλογή του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ να απορρίψει το ενδεχόμενο συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, η οποία απομάκρυνε ένα μεγάλο κομμάτι δυνητικών ή πραγματικών ψηφοφόρων που επιθυμούσαν να τα έχουν καλά και με τον χωροφύλαξ (τον πολιτικό «ρεαλισμό» τους και την απροθυμία τους να συμμετάσχουν σε κοινωνικές ρήξεις) και με τον αστυφύλαξ (τις αριστερές τους καταβολές). Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για σωστή στάση η οποία δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί, καθώς δεν υπάρχουν οι όροι ώστε μια πιθανή συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ να προωθήσει την ατζέντα της αριστεράς. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι, παράλληλα με τις ρητορικές κορώνες, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να συντηρητικοποιείται, όπως δείχνουν οι προτάσεις του Γ. Παπανδρέου για τους μετανάστες (που αναθεωρούν επί τω δεξιότερον όσα έλεγε μέχρι τώρα) ή η καταψήφιση πριν μερικούς μήνες της πρότασης νόμου του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των φοροαπαλλαγών της εκκλησίας (παρόλο που ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν παραλείπει να την εξαγγέλλει στις συνεντεύξεις του).

7) Η στάση μας στα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Ο Συνασπισμός προσπάθησε –και μάλιστα σχεδόν διατασικά, όπως μαρτυρά η σχετική απόφαση της ΚΠΕ– να υπερασπιστεί το αυτονόητο: ότι όταν ξεχύνονται στους δρόμους όλοι οι μαθητές, όλων των σχολείων της χώρας, και μαζί τους χιλιάδες άλλοι άνθρωποι όλων των ηλικιών, δεν πρόκειται για σκοτεινό σχέδιο που εξυφαίνουν σκοτεινές δυνάμεις, αλλά για νεανική εξέγερση, η οποία μπορεί να μην έχει στόχο και διάρκεια, σίγουρα όμως έχει αιτία. Παρόλο που αυτή η απλή αλήθεια διατυπώθηκε και από μεμονωμένες νηφάλιες φωνές του συστήματος (ο κ. Παπούλιας, ο αρχιεπίσκοπος, κάποιοι δημοσιογράφοι), εν γένει απορρίφθηκε ως «επικίνδυνη» και ποινικοποιήθηκε από τον πολιτικό κόσμο, τα ΜΜΕ, τους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Έτσι, ο χώρος μας βρέθηκε απομονωμένος, να υπερασπίζεται τους μαθητές, αλλά και τα χιλιάδες μέλη του σε όλη τη χώρα που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Έπραξε, βέβαια, ορθά, χρειάστηκε όμως να καταναλώσει μεγάλο μέρος του πολιτικού του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, μέσα στον γενικό ορυμαγδό (και παρότι οι τοποθετήσεις των στελεχών του ήταν σαφείς) δεν κατάφερε να διαχωρίσει επαρκώς τη θέση του από εκτεταμένα –αλλά σαφώς μειοψηφικά– φαινόμενα άσκοπης βίας που αναδύθηκαν, ούτε από τη γενικότερη κουλτούρα βίας που καλλιεργούσαν. Σίγουρα, αυτό το τελευταίο αποτελεί και ένα σημείο στο οποίο πρέπει να βελτιώσουμε την στρατηγική μας, έχοντας όμως κατά νου ότι ακόμη και με την καλύτερη δυνατή τακτική δεν είναι δεδομένο ότι θα κερδίσεις την όποια μάχη. Υπάρχει πάντα και ο αντίπαλος.

8 ) Η στάση μας στο θέμα του γηπέδου του Παναθηναϊκού. Και πάλι, ο ΣΥΡΙΖΑ (και προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας) βρέθηκε απομονωμένος από το πολιτικό σύστημα να παλεύει για να υλοποιήσει το πρόγραμμά του που ζητά την πραγματοποίηση μητροπολιτικού πάρκου στον Ελαιώνα: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ (αδειάζοντας άγαρμπα τον Σπύρο Κουβέλη και δείχνοντας πόσο ψεύτικες είναι οι διακηρύξεις του για πράσινη ανάπτυξη), ΚΚΕ (σε απόσταση από τις αρχές του Λ. Αυδή και σε ταύτιση με αυτές τις Λ. Κανέλλη, η οποία παλιότερα είχε δηλώσει σε αθλητική εφημερίδα ότι αν ήταν δυνατό θα ήθελε να δει το γήπεδο του ΠΑΟ στην Ακρόπολη), αλλά και οι Οικολόγοι Πράσινοι (διά της ηχηρής απουσίας τους) δήλωσαν ότι καλό το περιβάλλον, αλλά πιο καλές οι ψήφοι. Η δικαίωση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μετρίασε τις εντυπώσεις, σίγουρα όμως δεν ήταν αρκετή για να καθαρίσει τη λάσπη που είχε δεχτεί ο χώρος μας. C’est la vie.

9) Συν ένα σημείο ακόμη, το οποίο προκύπτει από όλα τα παραπάνω μαζί: η επιλογή μας να ανοίξουμε πολλά μέτωπα ταυτόχρονα. Μπορεί να παρασυρόμαστε, να έρχονται οι συγκυρίες ανάποδα, να μην είναι πάντα στο χέρι μας, να μας είναι δύσκολο να διαλέξουμε τομείς στους οποίους θα ακολουθούμε τακτική συντήρησης δυνάμεων, όμως ίσως είναι αναγκαίο να σταματήσουμε να αναδεικνύουμε όλα τα ζητήματα σε κεντρικά πολιτικά διακυβεύματα. Το μέλλον άλλωστε διαρκεί πολύ και για να το κατακτήσουμε χρειαζόμαστε εφεδρείες.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: